Τράπεζα /ˈtɾapɛza/ Noun
- English
- bank
- فارسی
- بانک
Example
- Δεν έχω πολλά χρήματα στην τράπεζα στο τέλος του μήνα.
- I don't have much money in the bank at the end of the month.
- Η φράση «στο τέλος του μήνα» είναι πολύ συνηθισμένη για την οικονομική κατάσταση.