τραυματίζω τραυματίζω Verb

English
injure
فارسی
آسیب زدن

Example

  • Τραυματίστηκε στο γόνατο [πληγώνω / πληγώνω / τραυματίζω] — of: She injured her wrist during the tennis match.
  • She injured her wrist during the tennis match.
  • Το 'τραυματίζω' είναι το πιο άμεσο και συχνό για σωματική βλάβη.