θυμωμένος / τρελός /θiˈmo.me.nos/ Adjective
- English
- mad
- فارسی
- دیوانه
Example
- Πρέπει να είσαι **τρελός** (παλαβός / παράφρων) για να ρισκάρεις όλες σου τις οικονομίες σε αυτό το κρυπτονόμισμα.
- You must be mad to risk your entire savings on that crypto coin.
- Εδώ τονίζουμε την ακραία ανοησία της πράξης.