τροφή /faˈʝitu/ NounEnglishfoodفارسیخوراکExampleΟ Πατ ετοίμασε **τροφή** και ποτό για την εργασιακή συντροφιά.Pat had prepared food and drink for the work party.Εδώ η 'τροφή' τονίζει την προμήθεια θρεπτικών συστατικών.