τρώω /ˈtro.o/ Verb
- English
- eat
- فارسی
- خوردن
Example
- Ήμουν τόσο αγχωμένος που δεν μπόρεσα να **φάω** (να καταβροχθίσω / να καταναλώσω / να γευτώ) τίποτα πριν τη συνέντευξη.
- I was too nervous to eat anything before the interview.
- Η νευρικότητα συχνά κόβει την όρεξη, μια κοινή ανθρώπινη εμπειρία.