Τύχη /tiːkʰi/ Noun

English
luck
فارسی
شانس

Example

  • Με λίγη **τύχη**, θα τελειώσουμε το πρότζεκτ μέχρι την Παρασκευή.
  • With any luck, we'll finish the project by Friday.
  • Εδώ η 'τύχη' είναι η ελπίδα για θετικό αποτέλεσμα.