βαν /van/ Noun

English
van
فارسی
ون

Example

  • Ο οδηγός του [βαν] (φορτηγάκι / κλειστό) πάρκαρε το λευκό όχημα στο πεζοδρόμιο.
  • The delivery driver parked the white van on the curb.
  • Το 'βαν' είναι η πιο άμεση δανειοληψία.