ντουμπλάρω / ντουμπ /ðuˈblɑːro/ Verb
- English
- dub
- فارسی
- لقب دادن / بردن
Example
- Τα μέσα ενημέρωσης **βάπτισαν** τη νέα πολιτική «φορολογική παγίδα».
- The media dubbed the new policy 'the tax trap'.
- Το «βαπτίζω» εδώ δίνει την αίσθηση ότι ο τίτλος επιβλήθηκε.