βασιλεύω /vasiˈlevo/ NounEnglishreignفارسیحکمرانیExampleΗ χώρα άνθισε κατά τη μακρά της **βασιλεία** (ηγεμονία / διακυβέρνηση) — Η εποχή της ήταν χρυσή.The country prospered during her long reign.Εδώ το 'βασιλεία' είναι η πιο φυσική επιλογή.