βιολογικός /vi.o.loˈʝi.kos/ Adjective
- English
- biological
- فارسی
- بیولوژیک
Example
- Οι **βιολογικές** επιστήμες είναι απαραίτητες για την ιατρική έρευνα. (Οι **βιολογικές** / **ζωτικές** / **οργανικές**)
- The biological sciences are essential for medical research.
- Εδώ χρησιμοποιείται ο πληθυντικός για να αναφερθεί στο σύνολο των επιστημών.