Βιώσιμος /viˈsimos/ Adjective
- English
- sustainable
- فارسی
- پایدار
Example
- Η [βιώσιμος / ανθεκτικός / διατηρήσιμος] διαχείριση των δασών είναι απαραίτητη για τη βιοποικιλότητα.
- Sustainable forest management is essential for biodiversity.
- Το 'βιώσιμος' είναι ο πιο συχνός όρος για το κλίμα και την οικονομία.