βλάβη /vˈla.vi/ Noun
- English
- harm
- فارسی
- آسیب
Example
- Δεν θα έκανε ποτέ κακό σε κανέναν ούτε θα του προκαλούσε καμία **βλάβη**.
- He would never frighten anyone or cause them any harm.
- Εδώ το 'κακό' (harm/evil) και η 'βλάβη' (damage/harm) λειτουργούν παράλληλα.