Υποστήριξη /ipsˈtɛritsi/ Noun
- English
- assistance
- فارسی
- کمک
Example
- Η οργάνωση παρέχει ιατρική αρωγή (βοήθεια / συνδρομή / στήριξη) σε πρόσφυγες.
- The charity provides medical assistance to refugees.
- Το 'αρωγή' είναι πιο επίσημο και ταιριάζει σε ανθρωπιστικό πλαίσιο.