ξέσπασμα /ˈaʊtbreɪk/ Noun
- English
- outbreak
- فارسی
- شیوع
Example
- Το **ξέσπασμα** του πολέμου άλλαξε τα πάντα. [Το ξέσπασμα / Η έκρηξη / Η έναρξη] — Η αρχή μιας μεγάλης αναταραχής.
- The outbreak of war changed everything.
- Το 'ξέσπασμα' είναι το πιο συνηθισμένο για κοινωνικά/πολεμικά γεγονότα.