ξυλεία /ksi.leˈi.a/ Noun

English
timber
فارسی
چوبِ ساختمانی

Example

  • Η βιομηχανία της **ξυλείας** (Η ξυλεία / Η ξυλεία / Η ξυλεία) είναι βασικός οικονομικός μοχλός στην περιοχή.
  • The timber industry is a major economic driver in the region.
  • Εδώ το 'ξυλεία' καλύπτει όλο το φάσμα της βιομηχανίας.