υλικό /matiɾiˈal/ Noun
- English
- material
- فارسی
- ماده
Example
- Δοκιμάζουν νέα **υλικά** (πρώτη ύλη / ύλη / ουσία) για την επόμενη γενιά ηλεκτρικών αυτοκινήτων.
- They are testing new materials for the next generation of electric cars.
- Εδώ το 'υλικό' είναι το δομικό στοιχείο.