υφίσταμαι /ipoféro/ Verb
- English
- undergo
- فارسی
- متحمل شدن
Example
- Το κτίριο **υφίσταται** (βιώνει / περνάει / δέχεται) εκτεταμένες ανακαινίσεις.
- The building is undergoing extensive renovations.
- Το «υφίσταμαι» εδώ είναι η πιο άμεση και κομψή μετάφραση για επίσημη αλλαγή.