υπαινιγμός /ipa/iˈpɛniɣmos/ NounEnglishhintفارسیاشارهExampleΜου έδωσε μια φαρδιά [υπόδειξη] ότι βαριόταν.She gave a broad hint that she was bored.Εδώ το 'υπόδειξη' είναι η πιο άμεση μετάφραση για 'broad hint'.