Υποψήφιος /ipsoˈfiːos/ Noun

English
candidate
فارسی
کاندیدا

Example

  • Είναι κορυφαία [υποψήφια] για τη θέση του marketing.
  • She is a top candidate for the marketing position.
  • Στα ελληνικά, το γένος ακολουθεί το άτομο (υποψήφια για γυναίκα).