άδεια /ˈaði.a/ Άδεια
- English
- permit
- Français
- permis / permettre
Example
- Χρειάζεσαι οικοδομική [άδεια] (οικοδομική άδεια / άδεια δόμησης / έγκριση) για να ανακαινίσεις την κουζίνα σου.
- You need a building permit to renovate your kitchen.
- Η 'οικοδομική άδεια' είναι ο μαγνητικός όρος.