Ανοικοδόμηση /anoikoðómiːsi/ Noun

English
reconstruction
Français
la reconstruction

Example

  • Η [αναστήλωση] (ανοικοδόμηση / επαναφορά / ανοικοδόμηση) του εκπαιδευτικού συστήματος είναι μακροπρόθεσμος στόχος.
  • The reconstruction of the educational system is a long-term goal.
  • Εδώ η αναστήλωση αφορά δομή, όχι μόνο πέτρα.