Διαθέτω / Αντέχω /ðiˈa.ve.to/ Verb
- English
- afford
- Français
- pouvoir se permettre
Example
- Μπορούμε να {αντέξουμε οικονομικά} ένα καινούργιο αυτοκίνητο φέτος;
- Can we afford a new car this year?
- Το 'αντέχω' εδώ είναι το τέλειο (perfective) για μελλοντική δυνατότητα.