απίστευτος /aˈpisteftos/ Adjective

English
incredible
Français
incroyable

Example

  • Η ιστορία που μας είπε ήταν εντελώς [απίστευτη] — [Τρομερή / Συναρπαστική / Αξιοσημείωτη].
  • The story he told was absolutely incredible.
  • Χρησιμοποιείται για να τονίσει το βάθος της αφήγησης.