Αποκάλυψη /apokálipsi/ Noun

English
revelation
Français
révélation

Example

  • Η **αποκάλυψη** (φάνερωμα / ξεσκέπασμα / μαρτυρία) ότι έψευδετο χρόνια κατέστρεψε την εμπιστοσύνη τους.
  • The revelation that he had been lying all along destroyed their trust.
  • Εδώ τονίζεται η ξαφνική και αρνητική πλευρά της γνώσης.