Απομονωμένος /a.po.mo.noˈme.nos/ Adjective
- English
- isolated
- Français
- isolé
Example
- Ζουν σε ένα [απομονωμένο] αγρόκτημα.
- They live in an isolated farmhouse.
- Η λέξη «απομονωμένος» (απομονωμένος / αποκομμένος / ερημικός) δίνει μια αίσθηση γεωγραφικής απόστασης.