Αριστεία /aristeˈia/ Noun

English
excellence
Français
l'excellence

Example

  • Το σχολείο αναγνωρίζεται για τα ακαδημαϊκά του αριστεία.
  • The school is recognized for its academic excellence.
  • Εδώ το 'αριστεία' λειτουργεί ως πληθυντικός αριθμός για διακρίσεις.