αξέχαστος /a.kseˈθas.tos/ Επίθετο
- English
- memorable
- Français
- marquant
Example
- Οι διακοπές παρείχαν πολλές αξιομνημόνευτες στιγμές. [Αξιομνημόνευτες / Εντυπωσιακές / Αξέχαστες] — Οι διακοπές ήταν γεμάτες στιγμές που μένουν.
- The holiday provided many memorable moments.
- Το 'αξιομνημόνευτος' είναι η πιο άμεση και κομψή μετάφραση.