Χορηγία /xoɾiˈʝia/ Noun
- English
- sponsorship
- Français
- mécénat
Example
- Η ομάδα βασίζεται βαριά στην εταιρική Χορηγία (Χορηγία / Υποστήριξη / Αιγίδα) — Η δουλειά τους είναι να βρουν χορηγούς.
- The team relies heavily on corporate sponsorship.
- Το 'εταιρική' (corporate) είναι μαγνήτης για τη λέξη.