Δάνειο /ðaˈnjo/ Noun

English
loan
Français
prêt

Example

  • Η τράπεζα ενέκρινε την αίτησή μου για **δάνειο** χθες.
  • The bank approved my loan application yesterday.
  • Το 'δάνειο' είναι η καθαρή, τυπική λέξη για το χρηματικό δάνειο.