διεκδικητής /ðjɛkðiˈciːtis/ Ουσιαστικό

English
contender
Français
concurrent

Example

  • Η Μαρία είναι κορυφαία [ο διεκδικητής] για το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
  • She is a top contender for the Olympic gold medal.
  • Εδώ τονίζεται η θέση της στην κορυφή της λίστας.