Αρχηγός /arˈçiɣos/ Noun
- English
- commander
- Français
- commandant / ordonner
Example
- Ο πεζοναύτης **διοικητής** (ο αρχηγός / ο επικεφαλής / ο ηγέτης) διέταξε την τακτική υποχώρηση.
- The field commander ordered a tactical retreat.
- Εδώ τονίζεται η στρατιωτική ιεραρχία.