δικαιόχρηση /frænˈtʃaɪz/ Noun
- English
- franchise
- Français
- réseau (commercial) / saga (culturel)
Example
- Λειτουργούν μια επιτυχημένη καφετέρια με **δικαιόχρηση**.
- They operate a successful coffee shop franchise.
- Εδώ η «δικαιόχρηση» είναι ο νομικός όρος για το franchise.