ΦΤΙΑΧΝΩ / ΦΤΙΑΞΩ /ft͡siáxno/ /ft͡siáksɔ/ Noun
- English
- making
- Français
- la réalisation / l'élaboration
Example
- Η Δημιουργία (σκηνοθεσία/παραγωγή) του ντοκιμαντέρ ήταν ένα μακρύ ταξίδι.
- The making of the documentary was a long journey.
- Εδώ το 'Δημιουργία' καλύπτει το σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας.