κοινό /ciˈo/ Adjective

English
public
Français
le public

Example

  • Η εκστρατεία στοχεύει στην αύξηση της δημοσίων (κοινός / λαϊκός / γενικός) ευαισθητοποίησης για τα ζητήματα.
  • The campaign is designed to increase public awareness of the issues.
  • Εδώ χρησιμοποιείται το ουδέτερο 'δημόσια' ως ουσιαστικό, αλλά η ρίζα είναι η ίδια.