έκκληση /ekˈikali/ Noun

English
plea
Français
supplique

Example

  • Η συναισθηματική της **έκκληση** για βοήθεια έκανε όλους να συγκινηθούν.
  • She made an impassioned plea for help.
  • Η 'έκκληση' (ekklisi) είναι η πιο συχνή και δυνατή επιλογή.