ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / UPDATE /inimeˈroːsi/ Noun
- English
- update
- Français
- mise à jour / mettre à jour
Example
- Θα σου στείλουμε τακτικές [Ενημερώσεις] με το email.
- They will send you regular updates by email.
- Εδώ το 'ενημέρωση' είναι η πιο φυσική επιλογή για τακτική ροή πληροφοριών.