παθιασμένος /paθjaˈzmenos/ Ενθουσιώδης

English
passionate
Français
passionné(e)

Example

  • Έχει μια ενθουσιώδη φύση που έλκει τους ανθρώπους.
  • She has a passionate nature that draws people in.
  • Εδώ το 'ενθουσιώδης' είναι το πιο ασφαλές και φωτεινό.