Εντυπωσιάστηκα / Είμαι εντυπωσιασμένος /e̞n.ti.po.sjaˈsti.ka/ Εντυπωσιασμένος
- English
- impressed
- Français
- impressionné(e)
Example
- Πρέπει να παραδεχτώ ότι είμαι [Εντυπωσιασμένος] από την πρόοδό σου.
- I must admit I am impressed by your progress.
- Εδώ τονίζεται η θετική έκπληξη.