Ειδικός / Πρακτικός Εφαρμογής /pɾaktiˈsiːonɛr/ Noun
- English
- practitioner
- Français
- praticien(ne)
Example
- Ο οδοντίατρος [Επαγγελματίας] πρότεινε ένα νέο πλάνο θεραπείας.
- The dental practitioner recommended a new treatment plan.
- Εδώ το 'Επαγγελματίας' είναι ο πιο φυσικός όρος.