έπαινος /eˈpɛnɔs/ Noun
- English
- praise
- Français
- éloge / louange (nom) ; louer (verbe)
Example
- Ο προπονητής της ομάδας ξεχώρισε δύο παίκτες για ειδικό [έπαινο].
- The team coach singled out two players for special praise.
- Ο 'έπαινος' είναι η πιο άμεση και συνηθισμένη λέξη.