επενδύω / επενδύσω /epenˈðu.o/ Verb
- English
- invest
- Français
- investir
Example
- Είναι καλή στιγμή να **επενδύσετε** (τοποθετώ κεφάλαια / αφιερώνω / διαθέτω) σε ακίνητα.
- Now is a good time to invest in real estate.
- Το «επενδύω» είναι ο πιο συνηθισμένος όρος για ακίνητα/μετοχές.