Κριτικάρω /kritiˈkaɾo/ Verb
- English
- criticize
- Français
- critiquer
Example
- Το μόνο που κάνεις είναι να [επικρίνεις]! (Ποίημα: [Κατακρίνω] / [Επιτιμώ] / [Μαστιγώνω] — του: All you ever do is criticize!)
- All you ever do is criticize!
- Το «επικρίνω» είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.