παρορμητικός /paroɾmitikós/ Επιπόλαιος
- English
- impetuous
- Français
- impulsif / hâtif
Example
- Η [Επιπόλαιη] απόφασή του οδήγησε σε αρκετά προβλήματα αργότερα.
- His impetuous decision caused several problems later.
- Εδώ τονίζουμε την έλλειψη σκέψης πριν τη δράση.