Εμπιστευματοδόχος /embi.steu.fma.ˈðo.xos/ Noun

English
trustee
Français
mandataire

Example

  • Η τράπεζα θα ενεργήσει ως Επίτροπος για την περιουσία μέχρι ο ανήλικος να κλείσει τα 18.
  • The bank will act as trustee for the estate until the child is 18.
  • Εδώ το 'Επίτροπος' τονίζει τη νομική ευθύνη.