Ευφυής /efyˈis/ Adjective

English
clever
Français
astucieux

Example

  • Είναι ένα έξυπνο παιδί που του αρέσει να λύνει γρίφους.
  • She is a clever child who loves solving puzzles.
  • Η λέξη 'έξυπνο' εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή.