θηλυκό /θiˈlʲiko/ AdjectiveEnglishfemaleFrançaisfemme / féminin(e)ExampleΗ θηλυκή φοιτήτρια κέρδισε την υποτροφία.The female student won the scholarship.Η λέξη 'θηλυκή' είναι η πιο άμεση μετάφραση.