πενήντα /penciˈnta/ Number

English
fifty
Français
cinquante

Example

  • Το λεωφορείο φεύγει σε πενήντα λεπτά (αναχωρεί κτίζοντας / θεμελιώνοντας / δημιουργώντας) την ώρα.
  • The bus leaves in fifty minutes.
  • Ο χρόνος στην Ελλάδα είναι συχνά πιο ρευστός, αλλά εδώ η ακρίβεια είναι απαραίτητη.