αναδιπλούμενος /fóul-ding/ Adjective

English
folding
Français
pliable

Example

  • Φέραμε [αναδιπλούμενος (αναδιπλούμενη/αναδιπλούμενα)] καρέκλες στην παραλία.
  • We brought folding chairs to the beach.
  • Το 'αναδιπλούμενος' είναι η πιο άμεση μετάφραση για αντικείμενα που κλείνουν.