φορτηγό /for.tiˈɣo/ Noun
- English
- lorry
- Français
- camion
Example
- Ο οδηγός του φορτηγού παρέδωσε τις προμήθειες εγκαίρως, σαν άλλος ήρωας της ασφάλτου.
- The lorry driver delivered the supplies on time.
- Η λέξη 'οδηγός' είναι πιο συχνή από το 'οδηγός φορτηγού'.