ΝΤΥΝΟΜΑΙ / ΕΝΔΥΩ /ntiˈnomɛ/ (ντύνομαι) Noun
- English
- dress
- Français
- robe/s'habiller
Example
- Φόρεσε ένα απλό μαύρο φόρεμα (έντυσε / στόλισε / κόσμησε) στην τελετή.
- She wore a simple black dress to the ceremony.
- Το μαύρο είναι πάντα κομψό σε επίσημες περιστάσεις.